Η ελληνική οικονομία έφτασε στο υψηλότερο σημείο παραγωγικότητας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και συγκεκριμένα γύρω στα τέλη της, με αποκορύφωμα το 1979 - 1980.
Την περίοδο εκείνη, ολοκληρώθηκε το λεγόμενο «ελληνικό οικονομικό θαύμα» (η περίοδος της πολύ γρήγορης ανάπτυξης μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο).
Η Ιστορική Εξέλιξη της Σύγκλισης
Αν κοιτάξουμε το κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης (Purchasing Power Parity - PPP), το οποίο συνδέεται άμεσα με την παραγωγικότητα της οικονομίας, η πορεία της Ελλάδας σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (EU-15) διαμορφώθηκε ιστορικά ως εξής:
1950: Η Ελλάδα βρισκόταν περίπου στο 30% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
1970-1980: Η χώρα έτρεχε με ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούσαν κατά πολύ την Ευρώπη. Στα τέλη της δεκαετίας του '70, η παραγωγικότητα και το βιοτικό επίπεδο άγγιξαν το 75% με 80% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό παραμένει το ιστορικά υψηλότερο σημείο πραγματικής παραγωγικής σύγκλισης.
Δεκαετία του '80: Ακολούθησε μια περίοδος στασιμότητας και η Ελλάδα έχασε έδαφος.
2000-2009: Υπήρξε μια δεύτερη, πλασματική όπως αποδείχθηκε, άνοδος (όπου το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης άγγιξε ξανά το 85%-90% του μέσου όρου της ΕΕ). Ωστόσο, αυτή η άνοδος δεν στηρίχθηκε στην πραγματική παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά στον φθηνό δανεισμό, την κατανάλωση και τις εισαγωγές, οδηγώντας στην κρίση χρέους του 2010.
Η κατάσταση σήμερα: Μετά τη βαθιά κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα υποχώρησε σημαντικά και κινείται κοντά στο 40% - 46% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Παρά τους ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών (2021-2026), η κάλυψη αυτού του κενού απαιτεί μακροχρόνιες επενδύσεις σε τεχνολογία, εξοπλισμό και καινοτομία.
Η παραοικονομία (ή «γκρίζα οικονομία») αποτελεί ένα από τα πιο δομικά και διαχρονικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Συνδέεται άμεσα με το θέμα της χαμηλής παραγωγικότητας που συζητήσαμε πριν, καθώς οι επιχειρήσεις και οι δραστηριότητες που κινούνται στη σκιά τείνουν να είναι μικρές, χαμηλής τεχνολογίας και χωρίς πρόσβαση σε σοβαρές επενδύσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες (όπως του ΚΕΠΕ και του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή), το μέγεθος της παραοικονομίας στην Ελλάδα κινείται σταθερά κοντά στο 20,9% του ΑΕΠ.
Αυτό σημαίνει ότι περίπου 41 με 46 δισεκατομμύρια ευρώ διακινούνται κάθε χρόνο χωρίς να δηλώνονται, ποσοστό που είναι περίπου 3,3 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γιατί η Ελλάδα έχει τόσο υψηλή παραοικονομία;
Οι οικονομολόγοι εντοπίζουν 3-4 συγκεκριμένους λόγους που «τρέφουν» αυτό το φαινόμενο στην Ελλάδα:
Το τεράστιο ποσοστό αυτοαπασχόλησης: Η Ελλάδα έχει από τα υψηλότερα ποσοστά ελεύθερων επαγγελματιών και πολύ μικρών οικογενειακών επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, η αυτοαπασχόληση ευθύνεται για σχεδόν το 37,6% του συνολικού μεγέθους της παραοικονομίας, καθώς σε αυτές τις δομές είναι πολύ πιο εύκολο να γίνουν συναλλαγές χωρίς αποδείξεις.
Υψηλοί έμμεσοι φόροι: Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης δίνουν ισχυρό κίνητρο τόσο στον αγοραστή όσο και στον πωλητή να «συμφωνήσουν» σε μια χαμηλότερη τιμή χωρίς παραστατικά.
Πολυπλοκότητα και γραφειοκρατία: Ένα ασταθές και περίπλοκο φορολογικό σύστημα συχνά σπρώχνει τους πολίτες εκτός του επίσημου πλαισίου.
Πώς επηρεάζει την καθημερινότητα και την οικονομία;
Η παραοικονομία δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο.
Το «κενό» στα κρατικά έσοδα: Επειδή το κράτος χάνει δισεκατομμύρια από τη φοροδιαφυγή, αναγκάζεται να διατηρεί υψηλούς φορολογικούς συντελεστές για όσους δεν μπορούν να κρυφτούν (κυρίως μισθωτούς και συνταξιούχους), επιβαρύνοντάς τους δυσανάλογα.
Επιπλέον, δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό. Μια επιχείρηση που πληρώνει κανονικά τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων της δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί μια άλλη που λειτουργεί με «μαύρα» χρήματα.
Η τάση τα τελευταία χρόνια
Παρά το γεγονός ότι η παραοικονομία παραμένει υψηλή, η μαζική εισαγωγή των ψηφιακών συναλλαγών (POS), η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών και τα ψηφιακά εργαλεία ελέγχου (όπως το Risk Analysis με τη χρήση AI από την ΑΑΔΕ) έχουν καταφέρει να περιορίσουν σημαντικά τη «μικρή» φοροδιαφυγή, αυξάνοντας τα κρατικά έσοδα από τον ΦΠΑ. Ωστόσο, η ρίζα του προβλήματος (το μοντέλο των πολλών μικρών επαγγελματιών) παραμένει ακόμα ισχυρή.
Η αδήλωτη και υποδηλωμένη εργασία λειτουργεί σαν μια «ανοιχτή πληγή» για το ασφαλιστικό σύστημα. Το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ότι χάνονται έσοδα, αλλά ότι το σύστημά μας βασίζεται στη διαγενεακή αλληλεγγύη (pay-as-you-go): οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων πληρώνουν απευθείας τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων.
Όταν ένα μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας μεταφέρεται στην παραοικονομία, η ισορροπία αυτή καταρρέει.
Οι 3 Κύριες Επιπτώσεις στο Ασφαλιστικό
1. Το «Μαύρο Κενό» στα Έσοδα των Ταμείων
Η προφανής επίπτωση είναι η άμεση απώλεια δισεκατομμυρίων ευρώ από ασφαλιστικές εισφορές (ΕΦΚΑ). Όταν ένας εργαζόμενος αμείβεται με «μαύρα» ή όταν δηλώνεται για τετράωρο αλλά δουλεύει οκτάωρο (υποδηλωμένη εργασία), τα ταμεία στερούνται πόρους που είναι απαραίτητοι για την καθημερινή τους λειτουργία.
Το κενό αυτό αναγκάζεται να το καλύψει ο κρατικός προϋπολογισμός μέσω της φορολογίας των πολιτών. Δηλαδή, οι συντάξεις επιδοτούνται αδρά από το κράτος, στερώντας πολύτιμους πόρους από την υγεία, την παιδεία και τις υποδομές.
2. Η Επιδείνωση της Δημογραφικής Κρίσης
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο δημογραφικό πρόβλημα (γήρανση του πληθυσμού). Η παραοικονομία κάνει τα πράγματα πολύ χειρότερα, καθώς στρεβλώνει την αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους.
Για να είναι ένα ασφαλιστικό σύστημα υγιές, η ιδανική αναλογία είναι περίπου 3 ή 4 εργαζόμενοι προς 1 συνταξιούχο. Στην Ελλάδα, λόγω της υπογεννητικότητας αλλά και της παραοικονομίας, η πραγματική αναλογία ασφαλισμένων που εισφέρουν στο σύστημα έχει πέσει επικίνδυνα κοντά στο 1,5 προς 1.
3. Η «Παγίδα» των Μελλοντικών Χαμηλών Συντάξεων
Η παραοικονομία δεν βλάπτει μόνο το κράτος, αλλά και τον ίδιο τον εργαζόμενο μακροπρόθεσμα.
Πολλοί νέοι εργαζόμενοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες επιλέγουν (ή αναγκάζονται από τους εργοδότες) να ασφαλίζονται στην κατώτατη κλίμακα ή να δουλεύουν αδήλωτοι, σκεπτόμενοι το «τώρα».
Όμως, το ελληνικό σύστημα πλέον συνδέει άμεσα το ύψος της σύνταξης με τις εισφορές ολόκληρου του εργασιακού βίου.
Όποιος περνάει χρόνια στην παραοικονομία, όταν φτάσει στην ηλικία συνταξιοδότησης, θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια σύνταξη στα όρια της φτώχειας (μόνο την εθνική σύνταξη και ελάχιστο ανταποδοτικό μέρος). Αυτό θα δημιουργήσει μια νέα γενιά «φτωχών συνταξιούχων» τις επόμενες δεκαετίες.
Η Σύγχρονη Αντιμετώπιση
Τα τελευταία χρόνια έχουν επιστρατευτεί ψηφιακά εργαλεία για να κλείσει αυτή η τρύπα:
Η Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας: Καταγράφει σε πραγματικό χρόνο την είσοδο και την αποχώρηση του εργαζόμενου, χτυπώντας στη ρίζα της την υποδηλωμένη εργασία (απλήρωτες υπερωρίες, κρυφά οκτάωρα).
Στοχευμένοι Έλεγχοι (Data Mining): Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί (ΣΕΠΕ) χρησιμοποιούν πλέον αλγορίθμους για να εντοπίζουν επιχειρήσεις με «ύποπτα» στατιστικά στοιχεία (π.χ. μια μεγάλη καφετέρια που εμφανίζει μόνο έναν εργαζόμενο).
Παρά τη βελτίωση, όσο η ελληνική οικονομία βασίζεται σε εκατοντάδες χιλιάδες πολύ μικρές επιχειρήσεις, ο έλεγχος της αδήλωτης εργασίας παραμένει μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη βιωσιμότητα της χώρας.
Από το διαδίκτυο κάποιος Στέργης

No comments:
Post a Comment