Παλιό τραγούδι της νιότης
Victor Hugo
(Ποιητική απόδοση στα ελληνικά)
Δεν σκεφτόμουν τη Ρόζα·
κι όμως ήρθε μαζί μου στο δάσος.
Μιλούσαμε για κάτι,
μα δεν θυμάμαι πια για τι.
Ήμουν ψυχρός σαν το μάρμαρο,
βάδιζα αφηρημένος.
Μιλούσα για τα δέντρα, για τα λουλούδια,
κι εκείνη με τα μάτια έλεγε:
«Και μετά;»
Η δροσιά φορούσε μαργαριτάρια,
οι θάμνοι άπλωναν πράσινες ομπρέλες.
Εγώ άκουγα τα κοτσύφια,
κι η Ρόζα τ’ αηδόνια.
Εγώ δεκάξι χρονών,
σκυθρωπός και αμήχανος.
Εκείνη είκοσι,
με μάτια που έλαμπαν.
Τα αηδόνια τραγουδούσαν τη Ρόζα,
κι οι κότσυφες σφύριζαν εμένα,
λες και γνώριζαν καλύτερα
όσα εγώ δεν καταλάβαινα.
Η Ρόζα, όρθια και λυγερή,
σήκωσε το όμορφο τρεμάμενο χέρι της
για να κόψει ένα ώριμο μούρο·
κι εγώ δεν είδα
το λευκό της μπράτσο.
Ένα νερό κυλούσε,
δροσερό και βαθύ,
πάνω σε βελούδινα βρύα.
Κι ολόκληρη η ερωτευμένη φύση
κοιμόταν μέσα στο μεγάλο σιωπηλό δάσος.
Η Ρόζα έβγαλε το παπούτσι της
και, με αθώο χαμόγελο,
βούτηξε το μικρό της πόδι
στο καθάριο νερό.
Κι εγώ δεν είδα
το γυμνό της πόδι.
Δεν ήξερα τι να της πω.
Την ακολουθούσα ανάμεσα στα δέντρα,
τη βλέποντας πότε να χαμογελά
και πότε να αναστενάζει.
Μόνο όταν βγήκαμε
από το βαθύ εκείνο δάσος
είδα πόσο όμορφη ήταν.
«Ας είναι…
ας μην το σκεφτόμαστε πια», είπε εκείνη.
Κι από τότε,
δεν έπαψα ούτε μια μέρα
να το σκέφτομαι.
Je ne songeais pas à Rose ;
Rose au bois vint avec moi ;
Nous parlions de quelque chose,
Mais je ne sais plus de quoi.
J’étais froid comme les marbres ;
Je marchais à pas distraits ;
Je parlais des fleurs, des arbres ;
Son œil semblait dire : « Après ? »
La rosée offrait ses perles,
Le taillis ses parasols ;
J’allais ; j’écoutais les merles,
Et Rose les rossignols.
Moi, seize ans, et l’air morose ;
Elle, vingt ; ses yeux brillaient.
Les rossignols chantaient Rose,
Et les merles me sifflaient.
Rose, droite sur ses hanches,
Leva son beau bras tremblant
Pour prendre une mûre aux branches ;
Je ne vis pas son bras blanc.
Une eau courait, fraîche et creuse
Sur les mousses de velours ;
Et la nature amoureuse
Dormait dans les grands bois sourds.
Rose défit sa chaussure,
Et mit, d’un air ingénu,
Son petit pied dans l’eau pure ;
Je ne vis pas son pied nu.
Je ne savais que lui dire ;
Je la suivais dans le bois,
La voyant parfois sourire
Et soupirer quelquefois.
Je ne vis qu’elle était belle
Qu’en sortant des grands bois sourds.
« Soit ; n’y pensons plus ! » dit-elle.
Depuis, j’y pense toujours.
Paris, juin 1831. Les Contemplations.

No comments:
Post a Comment