23 April 2026

Μενέλαος Γκίβαλος(*)


Το καθεστώς Μητσοτάκη και η αντιπολίτευση: Τρία κρίσιμα ερωτήματα  ΑΠΟΨΕΙΣ Μενέλαος Γκίβαλος*

«Γιατί δεν πέφτει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το καθεστώς του; Γιατί όλος αυτός ο ορυμαγδός των σκανδάλων, η γενικευμένη διαφθορά, η καταπάτηση και ο ευτελισμός των δημοκρατικών θεσμών, ο κοινωνικός απανθρωπισμός δεν προκαλούν την καθολική αντίδραση που οδηγεί στην ανατροπή του; »

Για να απαντήσουμε σ’ αυτό το μείζονος σημασίας ερώτημα που εξελίσσεται σε κοινοτυπία πρέπει πριν απ’ όλα να κατανοήσουμε τις βάσεις (οικονομικές, κοινωνικές, ιδεολογικές) πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε και γιγαντώθηκε ένα πολιτικο-οικονομικό καθεστώς που προσωποποιείται στο σημερινό πρωθυπουργό.



α) Ένα πλέγμα ολιγάριθμων ολιγαρχικών ομάδων ελέγχει τους πλέον κρίσιμους τομείς της οικονομικής και παραγωγικής ζωής (Τραπεζικό σύστημα, Ενέργεια, Τρόφιμα, Κατασκευές, Επικοινωνίες, ΜΜΕ) και παραμένει απρόσβλητο και αυτόνομο από κάθε είδους κοινωνικό και πολιτικό έλεγχο. Αυτές οι ολιγαρχικές ομάδες συγκροτούν το «βαθύ κράτος» του καθεστώτος που δρα συστηματικά εδώ και δυο δεκαετίες, κορυφώνοντας τη δράση του από το 2019 μέχρι σήμερα.

Η συνειδητοποίηση της ισχύος των παραγόντων αυτών από τους πολίτες δημιουργεί την αίσθηση (αν όχι την πεποίθηση) ότι «δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα», γεγονός που οδηγεί στην καθήλωση, την παραίτηση, την απόγνωση. Αυτό είναι το βασικό αίτιο που οδηγεί στην αποχή και όχι το σλόγκαν «όλοι είναι ίδιοι» που αναμασά ο προπαγανδιστικός καθεστωτικός μηχανισμός.

β) Ως προς το εύρος και το βαθμό της κοινωνικής νομιμοποίησης του κυβερνητικού καθεστώτος εκτιμάται ότι:


ο «σκληρός πυρήνας» των υποστηρικτών του νεοφιλελεύθερου μητσοτακικού καθεστώτος οριοθετείται στο εύρος του 12-15% που περιλαμβάνει τα συστημικά οικονομικά συμφέροντα και τους κονωνικο-οικονομικούς κύκλους που τα περιβάλλουν, καθώς και επιλεγμένα κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν και επωφελούνται από εξαγοραζόμενα από στοχευμένες παροχές (60 δις στον covid, 15 δις απ’ ευθείας αναθέσεις, ΟΠΕΚΕΠΕ, παντοειδή σκάνδαλα, πελατειακές σχέσεις στο επίπεδο Τοπικής Αυτοδιοίκησης κ.λπ.).


Αυτά τα στρώματα κινούνται σε επάλληλους περιφερειακούς κύκλους γύρω από τον σκληρό πυρήνα και μαζί με τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Ν.Δ (που μειώνονται συνεχώς) και την υπερσυντηρητική- ακροδεξιά πτέρυγα (που κατέχει ισχυρή ιδεολογικο-πολιτική θέση στο εκλογικό- κοινωνικό «σώμα» της Ν.Δ), διαμορφώνουν ένα ποσοστό που κινείται σήμερα γύρω στο 25%.


Αυτό το ποσοστό παραμένει σχεδόν «ασυμπίεστο», διότι συγκροτείται από ωφελιμιστικά, ιδιοτελή συμφέροντα και σκληρές αντικοινωνικές ιδεολογικές αρχές, που οδηγούν στον κοινωνικό και πολιτικό κυνισμό.


Το έγκλημα των Τεμπών, οι παρακολουθήσεις και η απαξίωση των δημοκρατικών θεσμών, τα σκάνδαλα και η διαφθορά κυβερνητών και κρατικών παραγόντων, ο ευτελισμός της Δικαιοσύνης αποτελούν απλά περιστατικά που «θάβονται» από την καθημερινότητα, αφού οι ηθικο-αξιακές, ανθρωπιστικές αρχές δεν αποτελούν γι’ αυτούς μείζονα θέματα.


«Γιατί δεν τα βρίσκει η Αντιπολίτευση;»

Το δεύτερο κοινότοπο ερώτημα είναι «γιατί δεν τα βρίσκουν» τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αφού πρόδηλα ένα ποσοστό γύρω στο 70% του εκλογικού σώματος ζητά να φύγει η κυβέρνηση.

Το λογικό παράδοξο είναι ότι τα δυο βασικά ερωτήματα «γιατί δεν πέφτει ο Μητσοτάκης» και «γιατί δεν τα βρίσκουν στην αντιπολίτευση» συνυπάρχουν μέσα σε ένα παράδοξο, μη διαλεκτικό ζεύγος: Η αδυναμία της αντιπολίτευσης ενδυναμώνει τον αδύναμο Μητσοτάκη, ενώ η αδυναμία του Μητσοτάκη δεν αίρει την αδυναμία της Αντιπολίτευσης.

Είναι θέμα φιλοδοξιών και ιδιοτελειών από την πλευρά των ηγεσιών των κομμάτων της Αντιπολίτευσης που αρκούνται σε ένα κοινοβουλευτικό πολιτικό «αντίδωρο», ικανοποιημένες από το «ημίφως» του περιθωρίου; Στην πράξη αυτό είναι το αποτέλεσμα και όχι η πραγματική αιτία της κρίσης.

Γιατί μόνο ως ένα βαθμό μπορεί να ισχύουν αυτές οι εκτιμήσεις. Στην ιστορική πραγματικότητα που ζούμε η αδυναμία της Αριστεράς και ευρύτερα της Προοδευτικής παράταξης να αναπτύξει μια στρατηγική αντιμετώπισης και ρήξης με το ολιγαρχικό καθεστώς της «γκρίζας δημοκρατίας» οδήγησε σε αυτό το αδιέξοδο. Μόνο μια τέτοια στρατηγική θα ενεργοποιούσε μια «κρίσιμη μάζα» της κοινωνικής-ταξικής πλειοψηφίας και θα άνοιγε το δρόμο για ριζικές αλλαγές.


Αυτή η ιστορική αδυναμία, αυτή η κατ’ ουσίαν ιστορική παραίτηση οδήγησε στις διασπάσεις, στους αρχηγίσκους, σε κόμματα και κομματίδια χωρίς προοπτική.


Όταν απουσιάζουν η προοδευτική στρατηγική, τα συγκεκριμένα προγράμματα (που υποστηρίζουν και προωθούν τις κοινωνικές και ηθικές αξίες), τότε η ιδιοτέλεια, ο εγωισμός, ο καριερισμός βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν. Και αυτός ο συνεκτικός ιστός που συνδέει τα κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα δεν υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια.


«Τί να κάνουμε»

Ο κύκλος των κρίσιμων ερωτημάτων συμπληρώνεται με το πιο σημαντικό ίσως από όλα: Τι μπορούμε κάνουμε τώρα ; Δεν υπάρχουν δυστυχώς ούτε έτοιμες ούτε προφανείς ούτε εύκολες απαντήσεις.


Η «δημοκρατία» των νεοφιλελεύθερων ολιγαρχικών ομάδων εξουσίας σάρωσε κυριολεκτικά τα περιεχόμενα της Δημοκρατίας η οποία ξεκινά από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και εδραιώνεται στις μεγάλες κοινωνικές - δημοκρατικές επαναστάσεις: ελευθερία, ισότητα, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ανθρώπινη αξιοπρέπεια.


Η ολιγαρχική «δημοκρατία» (που εξαπλώθηκε σε ολόκληρο σχεδόν τον Δυτικό κόσμο) πέτυχε δύο (αντιθετικούς αλλά και συμπληρωματικούς ) στόχους: Κατά πρώτον να εργαλειοποιήσει τη λαϊκή κυριαρχία και να στείλει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας στα σπίτια του. Παράλληλα, οδήγησε στην αναζήτηση και «νομιμοποίηση» της αυταρχικής εξουσίας ένα άλλο μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που θεωρεί ότι η Δημοκρατία είναι μια δευτερεύουσας σημασίας τυπική (αριθμητική) διαδικασία.

Γι’ αυτό και το καθεστώς της ολιγαρχικής «δημοκρατίας» υφίσταται σοβαρές ρωγμές όταν εγείρονται οι δημοκρατικές συνειδήσεις, όταν υπάρχουν μαζικές, κοινωνικές - λαϊκές κινητοποιήσεις (π.χ. έγκλημα Τεμπών) που αποκαλύπτουν το στυγνό πρόσωπο και τις καταστροφικές πολιτικές του καθεστώτος.

Η ανατροπή συνεπώς πρέπει να έχει ως αφετηρία , ως ιστορικό θεμέλιο την κοινωνία. Και όποιος προοδευτικός φορέας, όποιο πρόσωπο μπορέσει να ενεργοποιήσει τις αργούσες σήμερα κοινωνικές δυνάμεις σε μια νέα προοδευτική πορεία θα μπορέσει να δώσει μια απάντηση σ΄ αυτά τα κρίσιμα, ιστορικά ερωτήματα.

(*) Αν. Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης ΕΚΠΑ

No comments:

Post a Comment